Οι κοριοί είναι μικρά, πεπλατυσμένα, αιμομυζητικά, άπτερα έντομα, μεγέθους 4-5 χιλ. Ανήκουν στην τάξη Hemiptera και οικογένεια Cimicidae. Υπάρχουν πολλά είδη κοριών: τα περισσότερα είναι παράσιτα πτηνών, ορισμένα παράσιτα νυχτερίδων και άλλα παράσιτα τρωκτικών. Τα δύο είδη που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τον άνθρωπο και μοιάζουν ως προς τη μορφολογία και τη βιολογία είναι:
Cimex lectularius L: Eίναι το μοναδικό είδος που απαντάται στην Ελλάδα.
Cimex hemipterus Fabr.: Απαντάται μόνο σε τροπικές περιοχές.
Οι κοριοί ζουν ομαδικά σε ξηρούς, στενούς και προστατευμένους χώρους, όπως κρεβάτια, ραφές και πτυχώσεις στρωμάτων, ραφές και θυσάνους μαξιλαριών και κουρτινών, κάτω από ταπετσαρίες, πίνακες και χαλιά, σε έπιπλα (καναπέδες, πολυθρόνες, κομοδίνα), σε χαραμάδες, σχισμές και ρωγμές πατωμάτων, σε κάσες παραθύρων και θυρών, καθώς και σε ηλεκτρικές πρίζες και διακόπτες κ.λπ. Στα σημεία αυτά αφήνουν και τα αυγά τους. Οι κοριοί παραμένουν κρυμμένοι την ημέρα και εξέρχονται τη νύχτα για αναζήτηση τροφής.
Η διασπορά τους γίνεται κυρίως με τη μεταφορά αντικειμένων (έπιπλα, κρεβάτια, στρώματα, αποσκευές κ.λπ.) και όχι με τον άνθρωπο.
Χώροι με μεγάλο πληθυσμό κοριών εμφανίζουν χαρακτηριστική οσμή, ιδιαίτερα όταν δεν αερίζονται. Οι κοριοί αποβάλλουν υπολείμματα αιμοσφαιρίνης σκούρου χρώματος μετά από κάθε αιμομύζηση, δημιουργώντας χαρακτηριστικές μαύρες κηλίδες, ενδεικτικές της παρουσίας τους σε έναν χώρο.
Οι κοριοί πλησιάζουν τον άνθρωπο μόνο για να τραφούν με αίμα, αντιλαμβανόμενοι την παρουσία του από το CO2 που εκλύει, και στη συνέχεια επιστρέφουν στα καταφύγιά τους. Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους απαιτούνται πέντε γεύματα αίματος, συνήθως ένα σε κάθε νυμφικό στάδιο.
Το θηλυκό γεννά συνολικά 200–500 αυγά λευκοκίτρινου χρώματος, σε ομάδες των 10–50 αυγών. Η εκκόλαψη πραγματοποιείται σε 4–21 ημέρες, ανάλογα με τη θερμοκρασία (περίπου 7 ημέρες στους 25°C και λιγότερες στους 27°C). Η μεταμόρφωσή τους είναι ατελής (ημιμετάβολα έντομα) και οι νύμφες μοιάζουν με τα ενήλικα άτομα, αλλά είναι μικρότερες. Υπάρχουν πέντε νυμφικά στάδια.
Ο βιολογικός κύκλος (αυγό–νύμφη–ενήλικο) ολοκληρώνεται σε 5–10 εβδομάδες. Η διάρκεια ζωής των ενηλίκων μπορεί να ξεπεράσει το ένα έτος. Οι κοριοί μπορούν να αντέξουν μεγάλα διαστήματα χωρίς τροφή (έως και 4 μήνες), ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης και το φύλο του εντόμου.
Οι κοριοί είναι ευαίσθητοι σε θερμοκρασίες κάτω των 15°C και άνω των 37°C, καθώς και σε υψηλή υγρασία. Θερμοκρασίες 44–45°C είναι συνήθως θανατηφόρες.
Η υγειονομική σημασία των κοριών θεωρείται περιορισμένη, καθώς δεν τεκμηριώνεται μετάδοση ασθενειών στον άνθρωπο. Δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι αποτελούν φυσικούς φορείς παθογόνων για τον άνθρωπο ή τα ζώα. Αυτό αποδίδεται κυρίως στη σύντομη επαφή και τη χρήση μόνο του ανθρώπου ως ξενιστή από το C. lectularius.
Ωστόσο, σε ορισμένες μελέτες έχει καταγραφεί πιθανή μετάδοση του ιού της ηπατίτιδας Β, ενώ πειραματικά έχουν μεταδοθεί παθογόνα της λέπρας και της λεϊσμανίασης.
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Επειδή οι κοριοί κρύβονται σε δυσπρόσιτα σημεία, πριν από οποιαδήποτε εφαρμογή απαιτείται συστηματική επιθεώρηση με μετακίνηση επίπλων και κρεβατιών και ανασήκωμα στρωμάτων και χαλιών.
Η χρήση ειδικών παγίδων ανίχνευσης κοριών (Bed Bug detector) βοηθά στον έγκαιρο εντοπισμό τους για την άμεση λήψη μέτρων. Μετά τη διαπίστωση της παρουσίας τους, λαμβάνουμε τα παρακάτω μέτρα:
• Συγκεντρώνουμε κλινοσκεπάσματα και υφάσματα και τα πλένουμε σε θερμοκρασία >49°C και στεγνώνουμε σε >60°C για τουλάχιστον 20 λεπτά.
• Χρησιμοποιούμε ηλεκτρική σκούπα υψηλής απορροφητικότητας με δοχείο νερού στα καταφύγια για να απομακρύνουμε κοριούς και αλλεργιογόνους παράγοντες όπως τα αποχωρήματά τους.
• Συλλέγουμε τους κοριούς που απέμειναν με κολλώδεις ταινίες.
• Σφραγίζουμε ρωγμές και σχισμές (= πιθανά καταφύγια) με σιλικόνη.
Εφαρμόζουμε πρόγραμμα καταπολέμησης χρησιμοποιώντας:
α) Ειδικά εντομοκτόνα σε υπολειμματικό ψεκασμό, με συνδυασμένη χρήση κατάλληλου προνυμφοκτόνου και ακμαιοκτόνου σκευάσματος (εάν επιτρέπεται ο συνδυασμός). Ψεκάζουμε προσεκτικά στις θέσεις που κρύβονται οι κοριοί. Τα στρώματα και τα κλινοσκεπάσματα ψεκάζονται (εφόσον προβλέπεται από την έγκριση του σκευάσματος) και κλείνονται σε ειδικές θήκες για μεγάλο χρονικό διάστημα, και πριν ξαναχρησιμοποιηθούν επιβάλλεται να καθαρίζονται προσεκτικά. Η χρήση καπνιστικών εντομοκτόνων και αερολυμάτων μπορεί επίσης να συμβάλει στην αντιμετώπιση των κοριών.
β) Ατοξικές μεθόδους: Η εφαρμογή φυσικών (ατοξικών) μεθόδων αντιμετώπισης παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί με παρουσία ανθρώπων, χωρίς να απαιτείται διακοπή δραστηριοτήτων, καθώς και την άμεση επαναχρησιμοποίηση του χώρου μετά το πέρας της εφαρμογής (δεν απαιτείται χρόνος αναμονής για επανείσοδο ανθρώπων ή ζώων). Μειονέκτημά τους αποτελεί η έλλειψη υπολειμματικής δράσης, σε αντίθεση με τα εντομοκτόνα σκευάσματα, γεγονός που καθιστά τον χώρο ευάλωτο σε πιθανή επαναμόλυνση.
- Θερμική μέθοδος: Πραγματοποιείται θερμική επεξεργασία του χώρου με εφαρμογή θερμοκρασίας ≥56°C για τουλάχιστον 20 λεπτά, επιτυγχάνοντας πλήρη καταπολέμηση των εντόμων.
- Υπέρθερμος ξηρός ατμός: Χρησιμοποιείται εξειδικευμένη συσκευή παραγωγής ξηρού ατμού πατενταρισμένης τεχνολογίας, η Cimex Eradicator, μέσω της οποίας εφαρμόζεται υπέρθερμος ξηρός ατμός θερμοκρασίας έως 180°C στα σημεία όπου εντοπίζονται οι κοριοί.
Πλεονεκτήματα της μεθόδου:
• Η πολύ υψηλή θερμοκρασία (έως 180°C), σημαντικά ανώτερη από συμβατικές συσκευές (κατά τουλάχιστον 15°C υψηλότερη από άλλες συσκευές), επιτυγχάνει άμεση εξόντωση όλων των σταδίων ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένων των αυγών.
• Τα ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα υγρασίας του ξηρού ατμού μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο φθοράς ή αλλοίωσης επιφανειών.
• Η μέθοδος επιτρέπει εύκολη, στοχευμένη και ασφαλή εφαρμογή.